Σύλλογος Ποντίων και Βορειοελλαδιτών Σύρου Ο ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ

Σύλλογος Ποντίων και Βορειοελλαδιτών Σύρου Ο ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ
Ο σύλλογος είναι πολιτιστικός και αθλητικός. Τα μέλη του συλλόγου είναι από τη Μακεδονία, τη Θράκη ,οι απανταχού Ποντιακής καταγωγής καθώς και φίλοι που αγαπούν το σύλλογο. Ο σύλλογος ιδρύθηκε το 2003 ως σύλλογος Βορειοελλαδιτών Σύρου και αθλητικός σύλλογος ''Ο Μέγας Αλέξανδρος''. Σήμερα ο σύλλογος, μετά την τροποποίηση του καταστατικού του, φέρει τη νέα του .επωνυμία Η αίθουσα του συλλόγου βρίσκεται στο Κάτω Μάννα (Χώνες) επί του κεντρικού δρόμου. ΤΗΛΕΦΩΝΑ επικοινωνίας 6932411950. ΤΜΗΜΑΤΑ : Παιδικό Θεατρικό Εργαστήρι κάθε Παρασκευή 17.00-19.00, Σάββατο 10.30-12.30 και 16.30-18.30 - ΤΜΗΜΑ ΠΟΝΤΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ :Τμήμα παιδιών και εφήβων κάθε Παρασκευή 19.10-20.00 και 20.00-21.00 . Τμήμα ενηλίκων κάθε Κυριακή 18.30-19.30 για αρχάριους και 19.30-20.30. για προχωρημένους. Χοροδιδάσκαλος ο Χρήστος Καρυοφυλλίδης. Σκοπός μας , να ΜΗΝ ξεχάσουμε τις ρίζες μας και να μεταλαμπαδεύσουμε στα παιδιά μας την ιστορία μας.

Translate

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

2ο σεμινάριο λαογραφίας - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε : Λευτέρης Χαψιάδης

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΙΣ 21.00



ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΣΙΡΟΠΙΝΑ ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε: Λευτέρης Χαψιάδης


γράφει το μέλος Κωνσταντίνος Παυλικιάνης (CHE)*Παρασκευή 08 Μαρτίου 2013


Ο περίφημος στιχουργός Λευτέρης Χαψιάδης, δημιουργός μερικών εκ των μεγαλύτερων επιτυχιών της ελληνικής δισκογραφίας, μιλάει στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη και στο MusicHeaven!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε: Λευτέρης Χαψιάδης


Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στην Αλεξανδρούπολη στις 18 Φεβρουαρίου.
Στην πραγματικότητα δεν με άφησε να του απευθυνθώ στον πληθυντικό. Αν και στην αρχή δυσκολευόμουν -από σεβασμό-, όμως η ζεστασιά που βγάζει ως άνθρωπος και ο τρόπος του (ιδιαίτερα όταν μου είπε ότι με νιώθει σαν φίλο από χρόνια) δεν μου έδωσε άλλη επιλογή. Μετά τη συνέντευξηπήγαμε για φαγητό σ' ένα ταβερνάκι οπότε είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε και για πιο προσωπικά θέματα και να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο Χαψιάδη. Η αγάπη του κόσμου στο πρόσωπό του εκδηλώνεται με κάθε δυνατό τρόπο. Άνθρωποι περαστικοί, οδηγοί κ.λπ. σταματάνε να τον χαιρετήσουνε, να τον ρωτήσουνε αν είναι καλά, κι εγώ ως μάρτυρας αυτών αισθανόμουνα μία αμηχανία ξέροντας ότι στην Αθήνα αυτό έχει χαθεί εδώ και πολλά χρόνια… Αλλά αυτή η γωνιά της Ελλάδος, η «πινέζα του χάρτη», βρήκε στο πρόσωπο του Λευτέρη Χαψιάδη τον καλύτερο πρεσβευτή της. Αφού περπατήσαμε και είδαμε το Δημοτικό Σχολείο και το περίπτερο που είχαν κάποτε οι γονείς του, αποχωριστήκαμε σαν φίλοι. Η τελευταία κουβέντα που μου είπε ήταν: “Και μην ξεχάσεις να γράψεις ότι δεν θέλω να με λυπούνται. Θέλω να με ζηλεύουν!”.
Ο Λευτέρης Χαψιάδης γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1953 στις Φέρες του Έβρου και μεγάλωσε στα Κοίλα Φερών. Σε ηλικία 11 ετών η οικογένειά του μετακόμισε στην Αλεξανδρούπολη, όπου ο Χαψιάδης έβγαλε το Γυμνάσιο ενώ οι γονείς του διατηρούσαν περίπτερο στο κέντρο της πόλης. Εν τω μεταξύ ήδη ο μικρός Λευτέρης απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό τραγούδι, ενώ το τραγούδι που πραγματικά τον συγκλόνισε και που άλλαξε τον ρουν της προσωπικής του πορείας ήταν η «Άπονη Ζωή» του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Λευτέρη Παπαδόπουλου. Μαθαίνοντας ότι στιχουργός ήταν κάποιοςΛευτέρης Παπαδόπουλος, ο 11χρονος Χαψιάδης τηλεφώνησε στα ΝΕΑ για να μάθει αν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος που έγραφε στην αθλητική εφημερίδα “ΟΜΑΔΑ” ήταν ο ίδιος με αυτόν που έγραψε τους στίχους. Η θετική απάντηση από την άλλη άκρη της γραμμής ήταν πλέον σαν «κάλεσμα» της μοίρας. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο κι ενώ η Θεσσαλονίκη ήταν η λογικότερη επιλογή για τις σπουδές του, η ακατανίκητη επιθυμία του να γνωρίσει τον Παπαδόπουλο τον έκανε να δηλώσει ως πρώτη επιλογή την Αθήνα και δεύτερη την Πάτρα. Τελικά πέρασε στην Πάτρα. Όμως, τον καιρό που ήταν φοιτητής, γνώρισε τον Γιώργο Νταλάρα, ο οποίος και μεσολάβησε για την πολυπόθητη συνάντηση με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, με τον οποίο ο Λευτέρης Χαψιάδης έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Παράλληλα, ο Χαψιάδης μυήθηκε στα ενδότερα της ελληνικής δισκογραφίας.

Ο Λευτέρης Χαψιάδης –στη μέση- με τη Ρόζα Εσκενάζυ
Ο Λευτέρης Χαψιάδης –στη μέση- με τη Ρόζα Εσκενάζυ

Κύριε Χαψιάδη, πώς μπήκατε στο χώρο της δισκογραφίας;
Εγώ τον Νταλάρα δεν τον γνώρισα σαν στιχουργός. Τον γνώρισα ως συλλέκτης ρεμπέτικων τραγουδιών. Ο Νταλάρας ήθελε να κάνει ένα δίσκο με ρεμπέτικα και είπε σε μία συνέντευξη ότι δεν μπορούσε να βρει τραγούδια του Κάβουρα. Και του τα πήγα εγώ! Κι από τότε γίναμε πολύ φίλοι. Με θεωρούσε το γούρι του και μ' έπαιρνε στις ηχογραφήσεις. Όταν έγραφε το δίσκο “Οι Μάηδες Οι Ήλιοι Μου” (1978), όπου είχε και την “Αλάνα”, κάποια στιγμή δεν τον ικανοποιούσε ο στίχος σε κάποιο τραγούδι και έψαχναν το στιχουργό για ν' αλλάξει το στίχο. Εγώ τόσες φορές που άκουσα τη μελωδία, αφού ήμουν 7 ώρες εκεί, άρχισα κι έγραφα στίχους πάνω στη μουσική. Ασυναίσθητα.
Ήταν η πρώτη φορά που γράφατε στίχους;
Ναι. Πρώτη φορά! Κι έρχεται ο Νταλάρας από πίσω μου, αρπάζει το χαρτί και μου λέει: “Καλά, γράφεις και δεν μου είπες τίποτα;”. “Όχι”, του λέω. “Τι όχι. Αφού γράφεις κι είναι κι ωραίο. Θα πας στην Πάτρα κι όταν γυρίσεις θα μου φέρεις στίχους”. Κι έτσι μ' έβαλε στο... τριπάκι. Και του έφερα τους πρώτους μου στίχους, που ήταν το “Χίλιες Φορές”, το “Έγινες Κριτής”, το “Εδώ Δεν Είναι Σαλονίκη” και “Τα Ποτήρια Της Παρηγοριάς” (σ.σ. και τα τέσσερα τραγούδια περιλαμβάνονται στο δίσκο “Ο Τραγουδιστής”, που κυκλοφόρησε το 1983).

«Μία Είναι η Ουσία» (Χάρις Αλεξίου, 1984)
«Μία Είναι η Ουσία» (Χάρις Αλεξίου, 1984)

Ήμουνα στην αρχή της καριέρας μου καθώς είχα κυκλοφορήσει δύο τραγούδια με τον Πασχάλη Τερζή και τέσσερα με τον Νταλάρα. Εκείνη την εποχή ο Νικολόπουλος ετοίμαζε το δίσκο «Εμφύλιος Έρωτας» με τη Χαρούλα Αλεξίου. Είχε κάποια τραγούδια δικά μου, διάλεξε ένα η Χαρούλα, το «Αδιέξοδο», που μπήκε στο δίσκο, και για πρώτη φορά μου δώσανε μουσική για να βάλω πάνω τα λόγια. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Να φανταστείς ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν έγραψε ποτέ πάνω στη μουσική γιατί πίστευε ότι ο καλός στίχος έχει μία μελωδία και η δουλειά του συνθέτη είναι να βρει αυτή τη μελωδία. Εάν τη βρει θα γίνει ένα επιτυχημένο τραγούδι. Εάν δεν τη βρει θα χαθεί ένας καλός στίχος. Εγώ όμως λαχταρούσα να ‘χω άλλο ένα τραγούδι στην Αλεξίου. Μου έδωσε μία μουσική ο Νικολόπουλος, βασανιζόμουνα, βασανιζόμουνα και δεν μπορούσα να γράψω τίποτα. Κάποια στιγμή με πίεσαν και μου είπαν «Η Χαρούλα άρχισε ήδη να ηχογραφεί. Τι θα γίνει με το τραγούδι; Αν δεν μπορείς, άστο να το γράψει κάποιος άλλος». Και παρακάλεσα τον Νικολόπουλο να μ’ αφήσει ένα βράδυ ακόμη. Μου την έκανε αυτή τη χάρη και είμαι ένα βράδυ στο γραφείο μου κι ακούω και ξανακούω τη μουσική αλλά δεν μπορώ να γράψω τίποτα. Κάποια στιγμή με πιάνει ένας φοβερός τσιγαρόβηχας, τότε κάπνιζα Σαντέ σκέτα, κι ακούω τη γυναίκα μου να φωνάζει απ’ την κουζίνα: «Αμάν μ’ αυτό το τσιγάρο! Θα πεθάνεις!». Δεν έβλεπε όμως την πάλη που έκανα εγώ. Και άκου τώρα πως το συνδυάζω. Εκείνη την εποχή δούλευα στο Υφυπουργείο Νέας Γενιάς και ήμουνα υπάλληλος με σύμβαση και θα γινόμουνα μόνιμος. Μέσα στα πλαίσια της μονιμότητας, ζητούσανε εξέταση πνεύμονα. Εγώ το συνδύασα ότι αύριο που θα κάνω την εξέταση θα μου βρούνε σίγουρα καρκίνο στον πνεύμονα. Και με πιάνει μία αγωνία του θανάτου, έχω πια κυριευτεί ότι όλα πια τελειώσανε, μέχρι και την κηδεία μου φαντάζομαι, τη μάνα μου και τις αδελφές μου να κλαίνε, και προσπαθώντας να παρηγορήσω τον εαυτό μου είπα «μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία», πάνω στα μέτρα της μελωδίας. Ε, μετά όλο το άλλο ήταν παιχνίδι. Αφού το βρήκα αυτό, έπιασα τον ταύρο από τα κέρατα. Βρήκα και το στίχο «να ‘σουνα Θεέ μου πότης / να σωθεί η ανθρωπότης» και το γράφω σε χρόνο ρεκόρ, σε 10 λεπτά. Είναι μία η ώρα τη νύχτα. Παίρνω ένα ταξί και φεύγω αμέσως να πάω στην παραλία όπου ο Νικολόπουλος δούλευε μαζί με τη Χαρούλα και τον Πάριο στο κέντρο ΣΤΟΡΚ –τώρα δεν υπάρχει πια. Ο Νικολόπουλος ήταν στη σκηνή με την Αλεξίου. Με βλέπει κάποια στιγμή που ήμουνα στην άκρη και μου κάνει με νόημα «Τι έγινε;» και του κάνω «Το έγραψα!». Και μου λέει με νόημα «Στείλ’ το μ’ έναν σερβιτόρο». Το στέλνω μ’ έναν σερβιτόρο, το διαβάζει ο Νικολόπουλος και υψώνει τον αντίχειρα λέγοντας (άφωνα) «Καταπληκτικό». Εκείνη την ώρα τραγουδάει η Χαρούλα και της φωνάζει «Έλα, έλα να σου πω!». Το βλέπει κι η Χαρούλα και κάνει κι αυτή ένα νεύμα ενθουσιασμού. Κατεβαίνουν από την πίστα, πάμε στο καμαρίνι, το παίζουμε με τα λόγια και σύσσωμοι όλοι οι τραγουδιστές, οι μουσικοί, οι σερβιτόροι, όπως το άκουγαν έλεγαν ότι θα γίνει μεγάλη επιτυχία, όπως κι έγινε. Το τραγούδι, βέβαια, το αντιλαμβάνεται ο καθένας όπως θέλει. Εγώ το έγραψα γιατί νόμιζα ότι θα πεθάνω. Μετά από χρόνια, κι αφού το τραγούδι έχει γίνει πολύ μεγάλη επιτυχία, συναντάω κάποιον και μου λέει: «Ρε φίλε, εσύ έγραψες το “Μία Είναι η Ουσία;”». Και του λέω «Ναι». «Πω, πω», μου λέει, «τι κλάμα έριξα μ’ αυτό το τραγούδι». Κι εγώ αφελέστατα τον ρωτάω «Γιατί; Έχασες κάποιον δικό σου;». «Όχι», μου λέει, «Είχα μία γκόμενα που τη λένε Αθανασία και με παράτησε»! (γέλια)

Έχετε σκεφτεί ότι κατά κάποιο διαβολικά ειρωνικό τρόπο, τη στιγμή που εσείς νομίζατε ότι θα πεθάνετε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή εξασφαλίζατε τρόπο τινά την αθανασία μ’ αυτό το τραγούδι;
Δεν ξέρω αν απέκτησα την αθανασία, αλλά μπορεί να έγινε αυτό που μου είπε ο Καλδάρας όταν του πήγα τους πρώτους μου στίχους. Γιατί τους πρώτους μου στίχους, τους πήγα στον Καλδάρα με προτροπή του Νταλάρα και δεν τους κράτησε. Ενώ τους θεώρησε καλούς, μου λέει «αγόρι μου, έχω πολύ άσχημες σχέσεις με τις δισκογραφικές εταιρείες και δεν θα τους κρατήσω γιατί αν τα κάνουμε τραγούδια, μετά θα στεναχωριέσαι που δεν θα βγαίνουνε. Θα τον βρεις το δρόμο σου». Και έφυγα. Καθώς περίμενα το αστικό, βγήκε ο Καλδάρας στο μπαλκόνι και μου είπε: «Και να θυμάσαι κάτι. Χίλια τραγούδια να γράψεις, με ένα μπορείς να μείνεις στην ιστορία». Και όταν βγήκε το «Μία Είναι η Ουσία», τον συνάντησα κάποια στιγμή τυχαία και μου είπε «Θυμάσαι τι σου είπα;». «Το θυμάμαι». «Αυτό το τραγούδι το έγραψες. Είναι το “Μία Είναι η Ουσία”».
Όταν το γράψατε, αισθανθήκατε ότι γράφατε μία «μεγάλη επιτυχία»;
Όχι, εντάξει. Είπα ότι μπορεί να γίνει επιτυχία αλλά όχι αυτό το πράγμα. Γιατί επί 29 χρόνια είναι επιτυχία και παίζεται σ’ όλα τα μαγαζιά κάθε βράδυ. Το δεύτερο πρόγραμμα ξεκινάει με το «Μία Είναι η Ουσία».
Κατά την ηχογράφηση του τραγουδιού ήσαστε παρών;
Βέβαια. Να ξέρεις κάτι. Ότι έχω δισκογραφήσει γύρω στα 560 τραγούδια και σπάνια έλειπα σε ηχογράφηση. Πολλοί στιχουργοί δεν πάνε στην ηχογράφηση. Αλλά εμένα μου άρεσε αυτή η ιεροτελεστία της ηχογράφησης. Κι αυτή η ανάγκη μήπως την τελευταία στιγμή θέλουνε ν’ αλλάξουνε κάτι. Δεν ήμουνα απ’ αυτούς τους δογματικούς «μην αλλάξετε τίποτα». Πάντα ήμουνα συνεργάσιμος και με το συνθέτη και με τον τραγουδιστή. Στην ηχογράφηση του «Μία Είναι η Ουσία» είπανε όλοι, από τον ηχολήπτη μέχρι τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, τον κ. Μάτσα, ότι είμαστε μπροστά σε μία πολύ μεγάλη επιτυχία. Και έσκασε αμέσως το τραγούδι.
Φαντάζομαι ότι όταν βγήκε το τραγούδι κι έκανε το μπαμ θα δεχθήκατε πολλές προτάσεις για να δώσετε στίχους.
Εννοείται! Είχα κάνει κι αίσθηση με το τραγούδι «Χίλιες Φορές» που είπε ο Νταλάρας. Είχε πει κι ο Πασχάλης Τερζής τη «Φαντασία μου πλανεύτρα», αλλά τότε τον Τερζή δεν τον ξέρανε καν στην Αθήνα και το τραγούδι ήτανε σουξέ μόνο από την Κατερίνη και πάνω.
Γνωρίζετε ότι το 1998 ο Χάρης Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε ένα τραγούδι με τίτλο “Προανάκρουσμα”, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη, όπου ο μοναδικός στίχος λέει: “Μία είναι η ουσία / δεν υπάρχει ανυπαρξία”;
Δεν το γνώριζα αυτό. Πρώτη φορά το μαθαίνω! Γιατί θα μπορούσα να το σταματήσω για κλοπή.
Έχουν ξανασυμβεί παρόμοιες “απαντήσεις” στην ελληνική δισκογραφία. Ας πούμε ο Ρασούλης είχε γράψει το “Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια / τους πάτησε το τρένο” και ο Βασίλης Παπαδόπουλος απάντησε με το “Ποιος το είπε για τους μάγκες... πως τα τρένα τους πατήσανε”. Εσείς όντως θα το σταματούσατε;
Όχι (χαμογελά).
«Ευτυχώς Στη Ζωή Που Υπάρχεις Κι Εσύ» (Γιάννης Πάριος, 1984)
Αυτό ήτανε μια εποχή που ο Πάριος ήταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση. Χώριζε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ντίνα. Και καθόμασταν ένα μεσημέρι στο σαλόνι. Είχε αυτός την κιθάρα, ο Πολυκανδριώτης το μπουζούκι, και ο Πολυκανδριώτης έπαιζε μία μελωδία, η οποία ήταν η μελωδία του ρεφρέν αλλά ένα πράγμα όχι καθορισμένο. Κι εγώ τραγούδησα πάνω στη μελωδία «Ευτυχώς στη ζωή που υπάρχεις κι εσύ» και πετάγεται ο Πάριος φωνάζοντας «Αυτό είναι!». Η μουσική ήταν το έναυσμα για να το γράψω. Μετά καθίσαμε οι τρεις μας επί τόπου και σ’ ένα τέταρτο γράψαμε το τραγούδι.
Κι αυτό το τραγούδι ακούστηκε πολύ.
Αυτό ακούστηκε πάρα πολύ. Μεγάλη επιτυχία. Το βλέπω και στο facebook που παίρνει πολλά likes! (γέλια)

«Πήγα Σε Μάγισσες» (Γλυκερία, 1985)
Για το «Πήγα Σε Μάγισσες» δεν υπήρξε κάποια αιτία αλλά ήθελα να γράψω ένα τραγούδι γι’ αυτές που ρίχνουν τα χαρτιά, που λένε το φλιτζάνι κ.λπ. Ήταν θέμα της φαντασίας μου. Και μάλιστα αν δεις τις «εικόνες» το τραγούδι είναι ρεαλιστικό. «Κι είδα μια γόησσα ντάμα σπαθάτη», «ντάμα σπαθάτη» είναι η μελαχρινή, «να ‘ναι στο πλάι σου σ’ ένα κρεβάτι». Και μετά λέει «κι είδα τη γόησσα μες στο φλιτζάνι / να θέλει μάτια μου να με ξεκάνει», γιατί η καφετζού τής λέει ότι εδώ είναι μία μελαχρινή που θέλει να σου κάνει κακό. Αυτό το τραγούδι, όμως, έχει μια άλλη ιστορία. Το γράψαμε με τον Νικολόπουλο σε μία εποχή που ο Νικολόπουλος είχε αποκλειστικό συμβόλαιο με τη MINOS και δεν μπορούσε να δώσει τραγούδι σε τραγουδιστή άλλης εταιρείας.
Η Γλυκερία όμως ήταν στη Lyra.
Ακριβώς! Και μου λέει ο άντρας της, ο Στέλιος Φωτιάδης, ο οποίος είναι πολύ φίλος κι η Γλυκερία ένα από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα στο τραγούδι, να δώσω ένα τραγούδι στη Γλυκερία. Του λέω «βρε Στέλιο, κι εγώ θέλω πολύ αλλά μόνο με τον Νικολόπουλο γράφω αυτό τον καιρό κι ο Νικολόπουλος έχει αποκλειστικό συμβόλαιο στον Μάτσα». Και του είπα ότι μόνο με τον Νικολόπουλο έχω έτοιμα τραγούδια. Μου λέει «Φέρε μου να τ’ ακούσω». Εγώ τα είχα στο σπίτι. Μου ‘τα χε δώσει ο Νικολόπουλος να τ’ ακούσω, όπου τα τραγουδούσε ο ίδιος, και τα έδωσα στον Φωτιάδη να τ’ ακούσει. Τ’ ακούει ο Φωτιάδης και μου λέει: «Α, εδώ βρήκα χρυσάφι!». Του εξηγώ ότι δεν γίνεται. Μου λέει «σε παρακαλώ, βρες τρόπο να το κάνουμε». Το λέω στον Νικολόπουλο και μου λέει «Λευτέρη, έχω μεγάλη ρήτρα. Άμα το μάθει ο Μάτσας, με γ…σε!». Ο Νικολόπουλος θα το έδινε σε κάποια τραγουδίστρια, αρκεί να ήτανε της MINOS. Του λέω «ρε συ, έχει πάθει πλάκα ο Στέλιος μ’ αυτό το τραγούδι κι η Γλυκερία το γουστάρει πολύ». Και του λέω «το φαντάζομαι με τη Γλυκερία να γίνει μεγάλη επιτυχία». Μου λέει «κάτσε να σκεφτώ κάτι». Εγώ, εν τω μεταξύ, έχω κάνει επιτυχία με τον Νταλάρα και την Αλεξίου και θέλω να κάνω και με τη Γλυκερία. Και μου κάνει μία χάρη ο Νικολόπουλος, που δεν θα το έκανε άλλος, και βάζει ψευδώνυμο. Και βάζει Γιάννης Τζελέπης – Λευτέρης Χαψιάδης. Ο Τζελέπης ήταν ένας φίλος μας τραγουδιστής στη Θεσσαλονίκη, που είχε κάνει μία δισκογραφική εταιρεία, τη Salonica. Εκεί πρωτοτραγούδησε ο Πασχάλης Τερζής τη «Φαντασία Μου Πλανεύτρα». Παίρνω τηλέφωνο τον Στέλιο, του λέω «σου έχω ευχάριστα νέα», το και το, «να δεις τι καλό παιδί που είναι ο Νικολόπουλος και πόσο σας αγαπώ», κι έτσι βγήκε το τραγούδι με συνθέτη τον… Γιάννη Τζελέπη.
Τον Τζελέπη τον πήρε κανείς τηλέφωνο να τον ενημερώσει;
Βέβαια του το είπαμε, αλλά ο άνθρωπος βρήκε μετά τον μπελά του. Περνάγανε και του ζητάγανε συνέχεια τραγούδια! (γέλια) Η πλάκα είναι ότι μέχρι τώρα όταν με βλέπει η Γλυκερία πάντα λέει «Καλώς τον Τζελέπη!». Έμεινε στην ιστορία ο Τζελέπης!

«Το Κουτούκι του Γιαβρή» (Κατερίνα Στανίση, 1985)
«Το Κουτούκι του Γιαβρή» (Κατερίνα Στανίση, 1985)

Είμαι στην Πάτρα από το 1972 έως το 1977, φοιτητής βιολογίας. Εγώ όταν πήγα στην Πάτρα, συνάντησα μία πόλη ρεμπετομάνα. Στην Αθήνα υπήρχε τότε μόνο η Ρεμπέτικη Κομπανία, ο Κοντογιάννης και ο δικηγόρος ο Μανώλης (σ.σ. εννοεί τον Μανώλη Δημητριανάκη). Δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ούτε καν τα Παιδιά της Πάτρας. Υπήρχε όμως ένα υπόβαθρο από ανθρώπους που λάτρευαν το ρεμπέτικο και συναντάω στη ζωή μου τον Μπάμπη Γκολέ. Τον βρήκαμε σ' ένα μπουζουκάδικο να παίζει μπουζούκι, όπου αναγκαστικά έπαιζε σκυλάδικα και τέτοια, αλλά το βράδυ μετά τις 3 τραγουδούσε ρεμπέτικα. Και ήταν μυσταγωγία γι' αυτούς που αγαπούσαν το ρεμπέτικο. Και από πληροφορίες που μου δώσανε, πήγα να τον ακούσω. Από την πρώτη μέρα γίναμε φίλοι με τον Μπάμπη. Του κάναμε μία μπουάτ οι φοιτητές και τραγουδούσε ρεμπέτικα, έδινε παραστάσεις καραγκιόζη και τέτοια. Τα Παιδιά της Πάτρας ήρθαν αργότερα. Εγώ τους έγραψα κασέτες με ρεμπέτικα για να μαθαίνουνε. Γι' αυτό λέω ότι πήγα στην Πάτρα για βιολόγος και κατέληξα ρεμπετολόγος! (γέλια) Μέσα σ' αυτή την παρέα ήταν κι ένα καταπληκτικό παιδί, αν θες σημείωσε τ' όνομά του γιατί γι' αυτόν είναι γραμμένο το τραγούδι. Λεγόταν Γιώργος Ζησιμάτος. Και ήταν οικοδόμος. Λάτρευε κι αυτός το ρεμπέτικο, παντρεύτηκε, έκανε ένα παιδάκι και στα 28 του έπαθε λευχαιμία... Εγώ ακόμα και στην Πάτρα βρήκα Πόντιους. Ήμαστε σε μία ταβέρνα και πιάνοντας συζήτηση με τον ταβερνιάρη μού αποκάλυψε ότι είναι Πόντιος. Του λέω “Κι εγώ είμαι Πόντιος”. Και κάθε φορά που πήγαινα, έλεγε “Καλώς το γιαβρί μου!”. Στα ποντιακά είναι “καλώς το πουλάκι μου”. Και οι άλλοι που δεν ήτανε Πόντιοι, του κολλήσανε το επίθετο “Ο Γιαβρής”. Που θα πάμε; Στο Γιαβρή. Κι ένα βράδυ που ήμαστε εκεί, μάθαμε ότι πέθανε ο Γιώργος. Πολύ αργότερα, όταν μπήκα στο τραγούδι, έχοντας στο μυαλό μου αυτή την εικόνα έγραψα αυτό το τραγούδι που έκανε πολύ μεγάλη επιτυχία. Μάλιστα, ένιωσα μία από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις μέσα σ' αυτή τη δουλειά, όταν μετά από κάποιο διάστημα με πήρε τηλέφωνο ένα κοριτσάκι και μου λέει “Ο κύριος Χαψιάδης;”. Λέω “ναι”. Μου λέει “Μισό λεπτό να σας δώσω τον παππού μου”. Και ήταν ο πατέρας του φίλου μου. Και μου λέει “Σ' ευχαριστώ αγόρι μου, γι' αυτό που έκανες για το Γιώργο. Εγώ τ' ακούω και το χορεύω και το τραγουδάω και νομίζω ότι ο Γιώργος μου ζει”. Για πολλούς φίλους που έχουνε χάσει κάποιο οικείο πρόσωπο, αυτό το τραγούδι τούς ταρακουνάει. Όταν μαθαίνουν ότι το 'χω γράψει εγώ, συγκινούνται πάρα πολύ.

Και η επιλογή της Στανίση;
Η επιλογή της Στανίση ήταν επιθυμία του Κοσμά του Μενιδιάτη, αδελφού του Μιχάλη Μενιδιάτη. Ο Κοσμάς Μενιδιάτης ήταν ιδιοκτήτης του κέντρου ΦΑΝΤΑΣΙΑ. Γράφοντας τους στίχους αυτούς, τους έδωσα σε πολλούς συνθέτες αλλά δεν τους έπαιξε κανένας. Ούτε ο Νικολόπουλος, ούτε ο Πολυκανδριώτης, ούτε ο Σούκας, τίποτα. Κι όπως είμαστε στο γραφείο του Κοσμά του Μενιδιάτη, μπαίνει ξαφνικά ο παλιός συνθέτης και άσσος του μπουζουκιού, Νίκος Καρανικόλας. Έτσι όπως πιάνουμε συζήτηση, λέει ο Κοσμάς “δεν δίνεις ένα τραγούδι στον Καρανικόλα;”. Και λέει αυτός “Ποιό είναι το παιδί;”. Και του λέει “Ο Λευτέρης Χαψιάδης που 'χει γράψει το “Μία Είναι Η Ουσία”.” Ήτανε πια το οικόσημό μου. Και μου λέει αυτός “Ρε μαγκάκο, έχεις κανά στίχο για μένα;”. Και πως μου 'ρχεται αστραπιαία ο στίχος, αφού είχα απελπιστεί ότι δεν θα τον φτιάξει κανένας, και του δίνω μόνο αυτό το στίχο. Το παίρνει και λέει “Φεύγω εγώ. Θα τα πούμε. Γράψε μου το τηλέφωνό σου”. Φεύγοντας, μου λέει ο Κοσμάς “Να δεις ότι τον Καρανικόλα τον πείραξε πολύ αυτός ο στίχος”.
Γιατί; Είχε χάσει κάποιο δικό του πρόσωπο;
Είχε χάσει ένα παιδί που είχε υιοθετήσει και είχε πεθάνει 14 χρονών... Και την άλλη μέρα το πρωί με πήρε ο Καρανικόλας παίζοντας τη μελωδία. Και συγκλονίστηκα γιατί είναι καταπληκτική. Κι όταν σκεφτόμασταν πού να το δώσουμε, είπα εγώ στον Καρανικόλα να το δώσουμε στη Στανίση, μιας και τότε τραγουδούσε στη ΦΑΝΤΑΣΙΑ. Αφού το προξενιό το έκανε ο Μενιδιάτης, είπαμε να το δώσουμε σ' έναν τραγουδιστή του μαγαζιού. Η Στανίση χρόνια τώρα λέει ότι αυτό το τραγούδι είναι η προίκα της.

«Έτσι Σ’ Αγάπησα» (Διονύσης Θεοδόσης) και «Κάποια, Κάπου, Κάποτε» (Γιώργος Νταλάρας) (1986)
Αυτά τα δύο είναι κορυφαία τραγούδια. Ήτανε μία εποχή που αποφασίσαμε με τον Νικολόπουλο να κάνουμε ένα δίσκο πρωτότυπο για την ελληνική δισκογραφία. 12 τραγούδια – 12 τραγουδιστές. Είναι τα «Τραγούδια Για Τους Φίλους Μου». Σ’ όλα αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν πρώτα οι στίχοι, εκτός από το «Μοιάζουμε» (με τον Μανώλη Μητσιά) που ήταν το μοναδικό τραγούδι του δίσκου όπου γράφτηκε πρώτα η μουσική. Το «Έτσι Σ’ Αγάπησα» και το «Κάποια, Κάπου, Κάποτε» είναι στον ίδιο δίσκο. Εκείνο τον καιρό ο Θεοδόσης συνεργαζότανε με τον Νταλάρα. Και ήταν προτροπή του Νταλάρα να γράψουμε ένα καλό τραγούδι γι’ αυτό το παιδί γιατί έχει μέλλον. Όμως ο Διονύσης Θεοδόσης πέθανε νέος. Να σου αποκαλύψω κι ένα μυστικό. Το «Έτσι Σ’ Αγάπησα», το «Χίλιες Φορές», το «Κάποια, Κάπου, Κάποτε» και το «Παντού» με τη Γλυκερία είναι γραμμένα για το ίδιο πρόσωπο. Είναι τραγούδια που γράφτηκαν για τον πρώτο μου παιδικό έρωτα, που τον έζησα στα 15 μου και έμεινε ανεκπλήρωτος. Η κοπέλα μ’ απόρριψε και έμεινε ένα απωθημένο που κράτησε πολλά χρόνια. Δηλαδή τα τραγούδια τα έγραψα πολύ αργότερα, με τη σκέψη μου σ’ αυτόν τον έρωτα.
Εκείνη το γνωρίζει ότι τα τραγούδια τα γράψατε γι’ αυτήν;
Δεν ζει πια. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε… Και δεν μ’ ενδιαφέρει αν το ήξερε ή όχι. Εγώ τα έγραψα για τον εαυτό μου. Μάλλον δεν έδειξε κάποιο ενδιαφέρον. Υπάρχει όμως ένα άλλο γεγονός. Μία φίλη επέμενε να της πω για την ιστορία του «Κάποια, Κάπου, Κάποτε». Και όταν της είπα ότι το έγραψα για συγκεκριμένο άτομο, μου είπε: «Αν ήξερα ποια είναι και που μένει, θα την πλάκωνα στο ξύλο! Εμένα αν μου γράφανε τέτοιο τραγούδι θα πέθαινα από τη χαρά μου!». Ήταν καταπληκτική η μουσική του Νικολόπουλου. Το «Έτσι Σ’ Αγάπησα», πάλι, ακούστηκε πάρα πολύ στα ραδιόφωνα. Δεν ήταν όμως τραγούδι για μαγαζιά. Το παίξανε σε κάποιες μουσικές σκηνές. Πάντα ακούγεται πολύ ευχάριστα. Το τραγούδησε κι ο ίδιος ο Νικολόπουλος στην εκπομπή «Στην Υγειά Μας». Το τραγούδι αυτό έχει πάρα πολλές εκτελέσεις. Το τραγούδησε η Στανίση, η Γλυκερία, ο Λιδάκης… κι άλλοι που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

«Αν Τελείωνε Η Ζωή» (Στράτος Διονυσίου, 1986)
Ξέρεις… ένας στιχουργός όταν έχει μια πείρα, παίρνει ένα άσπρο χαρτί κι ένα στυλό και τον οδηγεί η φαντασία του. Το συγκεκριμένο δεν έχει κάποια ιστορία. Απλώς, στο στούντιο ο Διονυσίου επέμενε ν’ αλλάξω το στίχο. Εγώ έλεγα «Αν τελείωνε η ζωή για μια γυναίκα». Ο Διονυσίου το πήρε αλλιώς. Όχι «για μια γυναίκα» αλλά «με μια γυναίκα». Μάλιστα εγώ επέμενα γιατί έτσι άλλαζε το νόημα. Ο Διονυσίου σεβάστηκε αυτό που είπα και το είπε έτσι. Αλλά στα μαγαζιά έλεγε «με μια γυναίκα».

«Όταν Χορεύεις Μάτια Μου» (Μανώλης Αγγελόπουλος, 1986)
«Όταν Χορεύεις Μάτια Μου» (Μανώλης Αγγελόπουλος, 1986)

Είναι το 1985 κι έχω πάει στη Μόσχα με τη Νεολαία του ΠΑΣΟΚ στην παγκόσμια συνάντηση νεολαιών. Με την ελληνική αποστολή έχουν έρθει, γιατί έχουν και κάποιο πρόγραμμα, ο Νταλάρας, η Αλεξίου και ο Λάκης Παππάς και καθόμαστε εκεί 10 μέρες. Και μέσα στο πλαίσιο της φιλοξενίας, μας έχουνε ένα βράδυ επίσκεψη σ’ ένα θέατρο, όπου τα αυθεντικά μπαλέτα Μπολσόι χορεύουν τον «Καρυοθραύστη» του Τσαϊκόφσκι. Βλέποντας τα μπαλέτα, μου έρχεται αστραπιαία στο μυαλό να κάνω ένα τσιφτετέλι όπου να μιλάω για τα μπαλέτα Μπολσόι. Αμέσως βάζω στο μυαλό μου τον Μανώλη Αγγελόπουλο για κόντρα σ’ αυτό το πράγμα. Δηλαδή ένας τσιγγάνος να τραγουδάει τσιφτετέλι για τα μπαλέτα Μπολσόι. Όμως αυτό έχει μία πραγματικά τρελή ιστορία. Το δίνω στον Νικολόπουλο και του λέω «Χρήστο γράψ’ το για τον Αγγελόπουλο». Όταν κάναμε το δίσκο με τους 12 τραγουδιστές, επέμενα εγώ να τραγουδήσει ο Αγγελόπουλος παρόλο που δεν ανήκε στη MINOS. Αλλά πιο μπροστά εμείς είχαμε γίνει πολύ φίλοι, μάλιστα εγώ τον πάντρεψα κιόλας στο δεύτερο γάμο του. Το γράφουμε το τσιφτετέλι και μου λέει ο Νικολόπουλος «αυτό με τον Αγγελόπουλο θα γίνει της π…!» Τελικά ψήνουμε τον Μάτσα ότι θέλουμε και τον Αγγελόπουλο, παρόλο που δεν ανήκε στην εταιρεία. Ο Μάτσας έλεγε «μα είναι δυνατόν; Έχω τόσους τραγουδιστές στην εταιρεία μου», μπήκε στη μέση κι ο Νταλάρας κι έτσι δέχθηκε τον Αγγελόπουλο. Δίνουμε το τραγούδι στον Μανώλη να το μάθει. Είχε δύο κουπλέ κι ένα ρεφρέν. Με παίρνει ο Μανώλης το βράδυ τηλέφωνο και μου λέει (μιμείται τη φωνή του Αγγελόπουλου): «Κουμπαράκι, τι τραγούδι είναι αυτό ρε; Τρελός είσαι; Θα μας πάρουν με τις πέτρες!». Του είπα ότι μ’ αυτό το τραγούδι θα γίνει της τρελής, «Όχι, όχι, δεν θέλω! Γράφτε κάτι άλλο!». Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν το θέλει. Επιμένουμε, επιμένουμε, μπαίνουμε στο στούντιο. Πάω στο μαγαζί που τραγουδάει και του λέω «Μανώλη, αύριο θα μπούμε στο στούντιο. Άμα δεν το θέλεις το τραγούδι, να το πει κάποιος άλλος. Και δεν θα ‘σαι και στο δίσκο», για να τον φοβερίσω. Κι όπως είναι στο καμαρίνι, κάνει μία έτσι ο Μανώλης (βάζει τον δείχτη και τον αντίχειρα στο στόμα) και σφυρίζει. Κάθε φορά που σφύριζε, έπρεπε να ‘ρθει ένας βοηθός σερβιτόρου για να δει τι θέλει ο Μανώλης. Έρχεται ο πιτσιρικάς και του λέει ο Μανώλης «Δεν μου λες ρε πιτσιρίκο, τα Μποσόι, τι είναι τα Μποσόι;». Και του λέει ο πιτσιρικάς «Όχι Μποσόι κύριε Μανώλη, Μπολσόι είναι. Τα περίφημα μπαλέτα». «Και ο Μουρέγιεφ; Τι είναι ο Μουρέγιεφ;». «Όχι Μουρέγιεφ. Νουρέγιεφ. Είναι αυτός ο διάσημος χορευτής». Οπότε γυρίζει σε μένα και μου λέει «Ρε κουμπαράκι, τους ξέρουνε! Να το βάλουμε το τραγούδι!». Και αστραπιαία μου λέει «Γράψε και τρίτο στιχάκι. Βάλε και ηθοποιούς μέσα!». Κι έτσι έβαλα εγώ «κι ο Αλέν Ντελόν ακόμα / θα ποθούσε τέτοιο σώμα». Με το που βγήκε, έγινε μεγάλη επιτυχία. Αυτό ήταν πραγματική αίσθηση δικιά μου ότι θα γίνει επιτυχία στο στυλ του Αγγελόπουλου. Μπορεί με άλλο τραγουδιστή να μην γινόταν τόσο, αλλά ήταν αυτή η κόντρα…

«Αυτός Ο Έρωτας, Αυτό Τ’ Αγόρι» (Ρίτα Σακελλαρίου, 1989)
Γνωστή τεκνατζού η Ρίτα Σακελλαρίου. Πιο μπροστά είχα γράψει μία μεγάλη επιτυχία για τη Στανίση, «Το Κουτούκι του Γιαβρή», και η Ρίτα ψιλοζήλευε. Και μου έλεγε “Αυτήν βάζεις συνέχεια...”. Και λέω “τι να γράψω τώρα για τη Ρίτα για να εντυπωσιάσω”. Σκέφτηκα την εικόνα της Ρίτας. Τη μουσική μού την είχε δώσει οΑνδρέας Μέξας αλλά δεν ήξερα τι να γράψω. Τους λέω “καλά, μπείτε μες στο στούντιο να γράψετε τη μουσική και θα σας το φέρω”. Με παίρνει ο παραγωγός, ο Νίκος Καραγιάννης, και μου λέει “Αν δεν το φέρεις σήμερα, να το βγάλουμε”. Του λέω “Νίκο, το 'χω γράψει κι έρχομαι”. Και δεν έχω γράψει τίποτα. Και μέσα στο ταξί, πηγαίνοντας στο στούντιο, έγραψα τους στίχους!
Τί θα γινόταν όμως αν φτάνατε και δεν είχατε γράψει τίποτα;
Θα έλεγα “Παιδιά, δεν με ικανοποιεί. Αφήστε το”.
Υπάρχει κάποιος τραγουδιστής ή τραγουδίστρια, για τον οποίο θα θέλατε να του είχατε γράψει στίχους αλλά δεν έγινε;
Κοίτα, συνεργάστηκα με όλους. Δεν πρόλαβα μόνο τον Μπιθικώτση. Θα ήθελα να γράψω για την Πίτσα Παπαδοπούλου αλλά δεν έτυχε. Για τους υπόλοιπους, σχεδόν όλους, έγραψα.

Ο Λευτέρης Χαψιάδης ήταν ο βασικός “ενορχηστρωτής” της επιστροφής του Στέλιου Καζαντζίδη στη δισκογραφία. Για να επιτευχθεί αυτή η επιστροφή, ο Χαψιάδης επισκέφτηκε προσωπικά τον υπουργό τότε Αντώνη Τρίτση, ο οποίος και πέρασε τροπολογία στη Βουλή για να απαλλάξει τους καλλιτέχνες από τα πολύχρονα συμβόλαια. Η τροπολογία στην ουσία έγινε με σκοπό να μπορέσει να ξανατραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Λευτέρης Χαψιάδης τονίζει ότι ο Τρίτσης -και προς τιμήν του- ουδέποτε διακήρυξε ότι ήταν αυτός που έφερε ξανά τη φωνή του Καζαντζίδη στη δισκογραφία.
Ο Λευτέρης Χαψιάδης ήταν ο βασικός “ενορχηστρωτής” της επιστροφής του Στέλιου Καζαντζίδη στη δισκογραφία. Για να επιτευχθεί αυτή η επιστροφή, ο Χαψιάδης επισκέφτηκε προσωπικά τον υπουργό τότε Αντώνη Τρίτση, ο οποίος και πέρασε τροπολογία στη Βουλή για να απαλλάξει τους καλλιτέχνες από τα πολύχρονα συμβόλαια. Η τροπολογία στην ουσία έγινε με σκοπό να μπορέσει να ξανατραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Λευτέρης Χαψιάδης τονίζει ότι ο Τρίτσης -και προς τιμήν του- ουδέποτε διακήρυξε ότι ήταν αυτός που έφερε ξανά τη φωνή του Καζαντζίδη στη δισκογραφία.

Πείτε μας μία ιστορία από τις ηχογραφήσεις με τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Ο Καζαντζίδης είχε 12 χρόνια να τραγουδήσει και επανήλθε με τον “Δρόμο της Επιστροφής” (1987), όπου είχα μέσα 5 τραγούδια. Στην πραγματικότητα ηχογραφήθηκαν 6 τραγούδια δικά μου αλλά το ένα δεν μπήκε μέσα στο δίσκο, αλλά υπάρχει στο YouTube με τίτλο “Μετανιωμένος Γυρίζω”. Έχουμε γράψει με τον Θοδωρή Καμπουρίδη αυτά τα τραγούδια και μπαίνουμε στο στούντιο με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Ξέρεις ότι πρώτα γράφονται οι μουσικές και μετά οι φωνές. Ξεκινάει ο Καζαντζίδης μ' ένα δικό μου τραγούδι, το “Όποιος Πέφτει Μόνος Του Δεν Κλαίει”, και συγκινήθηκε κι άρχισε να κλαίει. Έρχεται, λοιπόν, και μου λέει: “Πάνε βρες μισό Tavor να ηρεμήσω”. Βγαίνω έξω, πάω λίγο πιο κάτω στη Μεσογείων, στο δεύτερο στενό στη γωνία υπήρχε ένα φαρμακείο. Μπαίνω μέσω, του λέω του φαρμακοποιού “σε παρακαλώ, μπορείς να μου δώσεις μισό Tavor;”. Μου λέει “Έχεις συνταγή γιατρού;”. “Όχι”. “Δεν γίνεται. Μόνο με συνταγή”. “Μα μόνο μισό Tavor θέλω”. “Με την ίδια λογική μπορεί να πας σε 20 φαρμακεία και να πάρεις 20 μισά και να μαστουρώσεις”. “Σου φαίνομαι έτσι;”. Και του λέω “Άκου, συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο. Ο Καζαντζίδης μετά από 12 χρόνια ξανατραγουδάει και είναι στο στούντιο, δύο στενά πιο πάνω, κι έχει συγκινηθεί και δεν μπορεί να συνέλθει”. Και πέφτω σε τρελό Καζαντζιδικό. Και μου λέει “Σοβαρά; Τραγουδάει ο Καζαντζίδης;”. “Ναι”. “Μπορώ να 'ρθω κι εγώ;”. “Έλα!”. Κι ενώ είναι ώρα δουλειάς, παίρνει ένα κουτί Tavor, κλείνει το φαρμακείο κι έρχεται μαζί μας στο στούντιο. Και του λέω του Στέλιου “Ο φαρμακοποιός δεν με πίστευε και τον έφερα μαζί μου!” (γέλια). Του δίνει μισό Tavor και λέει παρακλητικά ο φαρμακοποιός “Μπορώ να κάτσω λίγο ν' ακούσω;”. Του λέω “Βεβαίως”. Και γίνεται η φοβερή σκηνή όπου τραγουδάει άνετα πια ο Καζαντζίδης και κλαίει ο φαρμακοποιός!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε: Λευτέρης Χαψιάδης

Πριν λίγες μέρες δημιουργήθηκε μία αντιπαράθεση σχετικά με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Στέλιο Καζαντζίδη. Ποια είναι η άποψή σας για τους δύο καλλιτέχνες δεδομένου ότι έχετε συνεργαστεί και με τους δύο;

Εγώ πιστεύω ότι ο Καζαντζίδης είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας τραγουδιστής. Δεν υπάρχει άλλος σαν αυτόν. Αλλά ο Καζαντζίδης είχε μια ιδιαιτερότητα. Την παρουσιάζω στο δεύτερο βιβλίο μου, “Ένας Αλήτης Άγγελος”, όπου έχω ένα κεφάλαιο που λέει ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν θεός και δεν το ήξερε. Ο Καζαντζίδης είχε μία ιδιαιτερότητα. Αγάπησε πολύ το τραγούδι αλλά μίσησε το επάγγελμα του τραγουδιστή. Την εποχή που οι τραγουδιστές χρησιμοποιούσαν θεμιτά κι αθέμιτα μέσα για να φτάσουν στην κορυφή, αυτός έλεγε “Τί ήθελα να γίνω τραγουδιστής; Δεν γινόμουνα ψαράς;”. Ο Καζαντζίδης δεν ήταν καλλιτέχνης. Όταν ο Καζαντζίδης συνυπάρχει με τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, και λέει αυτά τα εκπληκτικά τέσσερα τραγούδια του Χατζιδάκι, τον “Κυρ-Αντώνη”, την “Αθήνα”, το “Κουρασμένο Παλικάρι” και “Το Πέλαγο Είναι Βαθύ”, καθώς και τη σειρά “Πολιτεία” με τον Θεοδωράκη, αν παρέμενε σ' αυτό το κλίμα, το τραγούδι θα είχε άλλη πορεία. Ο Καζαντζίδης ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας τραγουδιστής αλλά ο Νταλάρας ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης. Ο Νταλάρας ερχόταν πρώτος στο στούντιο και έφευγε τελευταίος. Είναι τόσο εργασιομανής πάνω στη δουλειά του, μέχρι που κουράζονται οι συνεργάτες του. Τον θεωρώ μεγάλο καλλιτέχνη. Το ψάξιμο που έκανε ο Νταλάρας στο ελληνικό τραγούδι, δεν το 'χει κάνει κανένας. Και πέρα απ' αυτό, ο Νταλάρας μιλούσε πάντοτε με λατρεία για τον Καζαντζίδη. Φέρε μου μια συνέντευξη που να λέει ο Νταλάρας κακό πράγμα για τον Καζαντζίδη. Ενώ ο Καζαντζίδης μίλησε πολλές φορές άσχημα για τον Νταλάρα και άδικα όλες τις φορές. Ο Καζαντζίδης είχε έμμονες ιδέες, σφηνωθήκανε στο μυαλό του και έγινε ταύρος εν υαλοπωλείω.
Και ο Νταλάρας, όμως, έχει τσακωθεί με τον Μανώλη Ρασούλη, τον Αντώνη Καφετζόπουλο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Τζίμη Πανούση...
Ο Νταλάρας αντέδρασε αμυνόμενος. Τι θα έκανες εσύ αν ο Πανούσης σώνει και καλά συνέχεια σε βρίζει; Εγώ θα τον σκότωνα! Ποιός είναι ο Πανούσης; Τι θα μείνει από τον Πανούση στο ελληνικό τραγούδι; Απλώς είναι μόδα. Άμα θέλουμε να βρίσουμε τον Νταλάρα, γουστάρουμε τον Πανούση. Μέχρι κι ο Αγάθωνας βγήκε κι είπε ότι είναι θαυμαστής του Πανούση! Η συνέντευξη που έδωσε… ήταν συνέντευξη αυτή; Είπε ότι ο Νταλάρας δεν έπρεπε να πει τα ρεμπέτικα και ότι οι Ισπανοί γελάνε ακόμα με τα Latin. Βρε καραγκιόζη, ποιός είσαι εσύ που έχεις άποψη; Ο Νταλάρας είναι ο καλύτερος Έλληνας τραγουδιστής και ο καλύτερος μουσικός! Παίζει δέκα όργανα. Όταν αυτοί πολεμούσαν μεταξύ τους ο ένας με τον άλλον, ο Νταλάρας μελετούσε. Είναι του Δημοτικού κι αυτή τη στιγμή μιλάει σαν να έχει κάνει ιδιαίτερα μαθήματα με τον Μαρωνίτη και με καθηγητές φιλολογίας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε: Λευτέρης Χαψιάδης

Τις ημέρες εκείνες που κάποιοι έριχναν γιαούρτια στον Νταλάρα και άλλοι τον κατηγορούσαν για πολλά και διάφορα, εσείς βγήκατε δημοσίως και τον υπερασπιστήκατε...

Το θεώρησα πολύ άδικο να φορτώσουνε στον Νταλάρα όλη την κακοδαιμονία της σύγχρονης Ελλάδας. Δεν έφταιγε ο Νταλάρας αν η γυναίκα του ήταν βουλευτής και υπουργός και ψήφισε το μνημόνιο. Ο Νταλάρας ο ίδιος είχε δηλώσει ότι “σέβομαι τις επιλογές της γυναίκας μου αλλά εγώ δεν θα την ψηφίσω”. Υπάρχει πιο τίμιο και αντρίκιο πράγμα; Και τί ήταν οι επιθέσεις στον Νταλάρα; Ήτανε οπαδοί της Χρυσής Αυγής που θέλανε να τον χτυπήσουν. Και δυστυχώς οι συνάδελφοί του οι καλλιτέχνες λες και το ευχαριστήθηκαν. Είδες πολλούς τραγουδιστές να του συμπαρασταθούν; Ούτε η Χαρούλα Αλεξίου!
Αυτό πού μπορεί να οφείλεται; Για ποιό λόγο, ας πούμε, να γίνει στόχος ο Νταλάρας και όχι π.χ. ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου;
Γιατί ο Νταλάρας είναι μέσα στα πράγματα. Ο Νταλάρας είναι η κορυφή. Δεν είναι ο Παπακωνσταντίνου. Ο Νταλάρας τους ενοχλεί.
Έφταιξε πουθενά κι ο ίδιος;
Όχι. Πιστεύω ότι δεν έφταιγε. Δεν μπορεί η Μυρσίνη Λοΐζου να βρίζει τον Νταλάρα, τη στιγμή που ο Νταλάρας έκανε ολόκληρη συναυλία για να της αγοράσουνε δυο σπίτια!

Αναφερθήκατε προηγουμένως στην ικανότητα του Νταλάρα ως μουσικού. Πολύς κόσμος αγνοεί αυτή την πλευρά του.
Ο Νταλάρας λέει ότι είναι πρώτα μουσικός και μετά τραγουδιστής. Αλλά η δεύτερη ιδιότητα είναι πιο γνωστή.
Μήπως είναι αυτή και η μοίρα του στιχουργού, κι ενδεχομένως ακόμα χειρότερη;
Ο στιχουργός είναι πάντα στην κρυφή πλευρά του φεγγαριού.
Υπάρχει αδικία σ' αυτό;
Ε, βέβαια είναι αδικία! Γιατί άμα πάρεις το “εν αρχή ην ο λόγος”... Πιστεύω ότι ο στιχουργός είναι ισότιμος με τον συνθέτη. Πράγμα που δεν το δέχονται οι συνθέτες.
Αν ο στίχος είναι πολύ καλός και η μουσική είναι μέτρια...
Θα χαθεί ένας καλός στίχος.
Άρα δεν παίζει πιο σημαντικό ρόλο η μουσική;
Ρόλο παίζει η ευτυχής συνύπαρξη και των δύο. Να 'ναι καλά και τα δύο. Είναι fifty-fifty. Γιατί δεν κυκλοφορούνε οι συνθέτες ορχηστρικά τα κομμάτια; Να δούμε τι κάστανα θα βγάλουνε απ' τη φωτιά...
Ο Χρήστος Αντωνιάδης δήλωσε πως αισθάνεται περισσότερο “κυνηγός” λέξεων παρά στιχουργός. Ο Λευτέρης Χαψιάδης τί δηλώνει; Επιπλέον, ο διαχωρισμός ποιητών και στιχουργών τί προϋποθέτει;
Είναι ευκαιρία να πούμε πρώτα ποιος είναι ο Χρήστος Αντωνιάδης. Ο Χρήστος Αντωνιάδης ήταν για μένα ο αδελφός που δεν μου τον έφερε η μοίρα αλλά μου τον έφερε η ζωή. Δυστυχώς τον χάσαμε στις 29 Δεκεμβρίου του 2012. Ο Χρήστος Αντωνιάδης ήταν ένας εκπληκτικός νευροχειρουργός, με κορυφαίες επιτυχίες στην ιατρική, και ο καλύτερος στιχουργός στο ποντιακό τραγούδι. Ξέροντας πολύ καλά την ποντιακή διάλεκτο, έγραψε αυθεντικούς ποντιακούς στίχους και έδωσε έναν άλλο αέρα και μία στιβαρότητα στο ποντιακό τραγούδι. Ο Χρήστος πίστευε ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει δικαίωμα να πεθάνει. Έχοντας μία ζωή 2.300 ετών και δεν πέθανε, γιατί πρέπει να πεθάνει σήμερα; Ο Χρήστος ήξερε πολύ καλά την ποντιακή διάλεκτο και ξεκινούσε πάντα από μία λέξη, που ήταν αυθεντικά ποντιακή. Και έπλαθε μία ιστορία. Δεν ξεκινούσε δηλαδή να πει ότι θα γράψω ένα τραγούδι που θα 'χει κάποιο θέμα. Πάντοτε τον εντυπωσίαζε μία λέξη ή φράση και ξεκινούσε από αυτήν. Π.χ. “Πατρίδα μ’ αραεύω σε” δηλαδή “Πατρίδα μου σε ψάχνω”. Και όλο το άλλο μετά είχε τελειώσει για τον Χρήστο. Τώρα, ο διαχωρισμός ποιητή και στιχουργού είναι μία χαζομάρα που έχουν εφεύρει κάποιοι ατάλαντοι, που δεν μπορούν να γράψουν στίχο για τραγούδι και γράφουν “ελεύθερη ποίηση”. Και λένε ότι αυτοί είναι ποιητές και οι άλλοι που γράφουν στίχους για τραγούδια είναι στιχουργοί. Δηλαδή ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν είναι ποιητής και είναι κάποιος τυχάρπαστος που τύπωσε ένα βιβλίο με τις μαλακίες του.
Ελεύθερο στίχο, όμως, έχει γράψει και ο Ελύτης.
Ο Ελύτης είναι μέγας. Αλλά ο άλλος θεωρεί τον εαυτό του ότι είναι συνάδελφος του Ελύτη! Στην πραγματικότητα είναι η αδυναμία του που δεν μπορεί να φτιάξει στίχους με ομοιοκαταληξία.
Να πούμε κάποια πράγματα για το καινούργιο σας βιβλίο;
Το καινούργιο μου βιβλίο λέγεται “Κάθε Τραγούδι Και Καημός”. Είναι 25 διηγήματα με αφορμή 25 τραγούδια. Τα 25 τραγούδια είναι απ' όλο το ελληνικό ρεπερτόριο και επιλέχθηκαν τυχαία. Είπα θα βάλω ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κι έβαλα τη “Συννεφιασμένη Κυριακή”, του Καλδάρα έβαλα το “Νύχτωσε Χωρίς Φεγγάρι”… Ήθελα να είναι αντιπροσωπευτικά, απ' όλη τη γκάμα. Δικό μου έβαλα μόνο ένα, το “Μία Είναι Η Ουσία”. Από τον τίτλο του τραγουδιού, και από το γεγονός ότι ο καθένας το εισπράττει όπως θέλει, έφτιαξα ιστορίες. Στις παρουσιάσεις μου γίνεται χαμός. Έρχονται 800 άτομα. Και γίνονται είτε στο ξενοδοχείο Εγνατία είτε στο Δημοτικό Θέατρο. Φέτος θα την κάνω στο Δημοτικό Θέατρο. Παρουσιαστής πάντα είναι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και συμμετείχε πάντοτε και ο Χρήστος Αντωνιάδης.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε: Λευτέρης Χαψιάδης

Ποια είναι η γνώμη σας για την πρόσφατη απόλυση του Λευτέρη Παπαδόπουλου από τα ΝΕΑ;

Εγώ πιστεύω ότι όταν ένας άνθρωπος γράφει επί 55 χρόνια σε μια εφημερίδα και έχει προσθέσει εκατοντάδες ή χιλιάδες αναγνώστες στην κυκλοφορία της, δεν τον απολύεις. Γιατί εγώ ξέρω εκατοντάδες ανθρώπους που αγοράζουν τα ΝΕΑ μόνο για τις “Ματιές” του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Και το σημαντικό είναι ότι μόλις σταμάτησε να γράφει ο Λευτέρης έπεσε η κυκλοφορία των ΝΕΩΝ και μπορείς να το διασταυρώσεις αυτό. Πιστεύω ότι ήταν ανεπίτρεπτο να κάνουν αυτό το πράγμα, αν έγινε έτσι, δηλαδή αν τον απέλυσαν.
Τελικά, με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο είσαστε φίλοι εδώ και πολλά χρόνια.
39 χρόνια!
Πώς είναι σαν άνθρωπος ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ξέρω ότι είναι φανατικός ΑΕΚτζής και αθυρόστομος.
Αν ο Λευτέρης δεν είναι αθυρόστομος μαζί σου τότε θα καταλάβεις ότι δεν σε γουστάρει! Άμα σε βρίσει σημαίνει ότι σε πάει. Μια μέρα μου λέει ο Λευτέρης: “Καλά ρε μαλ..., εσύ είσαι Πόντιος κι είσαι Ολυμπιακός; Έπρεπε να ήσουν ΑΕΚ ή ΠΑΟΚ”. Και του λέω: “Δεν γίνεται, με χαρακτηρίζει το επίθετό μου”. “Δηλαδή;”. “Χαψία στα ποντιακά είναι οι γάβροι. Οπότε λέγομαι Γαβριάδης. Γίνεται να λέγομαι Γαβριάδης και να μην είμαι Ολυμπιακός;”. “Άντε ρε γαμ...!”, μου λέει!
Ξέρω ότι είσαστε ιδιαίτερα ευαίσθητος σε θέματα που αφορούν τους Πόντιους και τους πρόσφυγες. Ποιά είναι η γνώμη σας για την κα Ρεπούση και την περίφημη ιστορία της περί “συνωστισμού” στη Σμύρνη;
Κατ' αρχάς δεν είναι “κυρία”. Δεν είναι κυρία αυτή όταν λέει ότι στη Σμύρνη έγινε συνωστισμός. Είναι ανεπίτρεπτο να μιλάει έτσι μία εκπρόσωπος του κοινοβουλίου. Προκαλεί πολύ άσχημα. Θεωρώ ότι είναι πολύ τυχερή που ο δρόμος της δεν την έφερε ακόμα στην Αλεξανδρούπολη. Γιατί θα την γιαούρτωνα πολύ ευχαρίστως, για να μην πω τίποτα χειρότερο. Πιστεύω πως δεν υπάρχει Πόντιος ή πρόσφυγας που την ψηφίζει. Δεν είναι δυνατόν να λέει ότι στη Σμύρνη έγινε συνωστισμός και δεν έγινε γενοκτονία! Και απορώ πώς το δέχεται αυτό το κόμμα της. Αν εγώ ήμουνα ψηφοφόρος της ΔΗΜΑΡ και έβλεπα αυτή τη δήλωση, θα απαιτούσα ή τη διαγραφή της ή θα έφευγα από τη ΔΗΜΑΡ. Εμ, ο άλλος ο γελοίος, ο Θεοδωρίδης, που είπε ότι από που κι ως που οι Πόντιοι είναι Έλληνες; Αυτός ήταν σε μία επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, κι ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε αντικαθιστώντας τον. Εγώ δεν μπορώ να μπω στο μυαλό ενός ψυχοπαθούς και να φανταστώ τι σκέφτηκε. Ίσως να σκέφτηκε ότι αν έρθει σε μία αντιπαράθεση με τους Πόντιους θα γίνει γνωστός...
Πώς βλέπετε το ελληνικό τραγούδι σήμερα;
Πιστεύω ότι η χειρότερη περίοδος για το ελληνικό τραγούδι είναι η 20ετία 1990-2010. Είναι αυτό που λέει η Νικολακοπούλου: “Τραγούδια για το τίποτα γραμμένα”. Οι καταστροφείς στο ελληνικό τραγούδι είναι δύο πράγματα. Είναι η είσοδος της ιδιωτικής τηλεόρασης και τα video clips. Εγώ θεωρώ ότι το video clip είναι ανουσία πάνω στο τραγούδι. Δηλαδή δεν μπορεί να σου επιβάλει εσένα ο σκηνοθέτης πώς θα το δεις και πώς θα το ακούσεις το τραγούδι. Χάθηκε η μαγεία του ραδιοφώνου. Γιατί το τραγούδι το ακούς και το φαντάζεσαι όπως θέλεις εσύ. Γιατί πρέπει να έχεις την άποψη του σκηνοθέτη;
Από το νέο “αίμα” του ελληνικού τραγουδιού δεν υπάρχει κάποιος που ξεχωρίζετε;
Ναι. Ο Μάλαμας, ο Περίδης... Είναι πολύ καλοί τραγουδοποιοί. Επίσης, μ' αρέσει πολύ ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Έχει μία ποιότητα και στις επιλογές του και στη φωνή του και στα τραγούδια που γράφει.
Αυτούς, όμως, δεν μπορούμε να τους πούμε και “καινούργιους” όταν έχουν 20 χρόνια στη δισκογραφία.
Τώρα ποιός είναι ο καινούργιος; Ο Παντελίδης; Αυτόν ούτε καν τον ξέρω. Μου 'χουν πει ότι έχει πάρει 2.500.000 likes στο YouTube. Εγώ δεν ξέρω ούτε ένα τραγούδι του. Υπάρχουν κάποια πολύ καλά τραγούδια, αλλά δεν τα αφήνουν ν' αναπνεύσουν. Άμα το παίξει μία φορά ένας σταθμός και παίξει 10 φορές τη Βανδή και το Ρουβά...
Η επιχειρηματολογία τους είναι ότι αυτά θέλει ο κόσμος.
Όχι. Αυτά του επιβάλουν. Άμα δώσεις στον κόσμο καλά τραγούδια, θα τα δεχτεί.
Και για ποιο λόγο να προωθήσουν π.χ. τη Βανδή και όχι κάποια τραγουδίστρια του έντεχνου ρεπερτορίου;
Γιατί αυτά τα τραγούδια είναι ανώδυνα για το σύστημα. Όλη αυτή η ιστορία είναι κόλπο της παγκοσμιοποίησης για να ξεριζώσει τον Έλληνα από τις ρίζες του. Σε ανύποπτο χρόνο, το 1971, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α. Henry Kissinger, είχε πει το περίφημο “αν θέλετε να υποδουλώσετε τους Έλληνες, χτυπήστε τον πολιτισμό τους”.
Ο ίδιος το διέψευσε ότι το είπε αυτό, αλλά υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι ήταν παρόντες στην περιβόητη δήλωσή του.
Το είπε. Κι αυτό κάνουν. Θέλουν να ξεριζώσουν τους Έλληνες από τις ρίζες τους. Και το πετύχανε.
Μήπως φταίνε κι οι ίδιοι οι καλλιτέχνες του έντεχνου ρεπερτορίου σ' αυτό;
Όταν οι καλλιτέχνες δεν έχουν βήμα πια στις δισκογραφικές εταιρείες, πού να πάνε; Εσύ τί πιστεύεις; Ότι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σταμάτησε ξαφνικά να γράφει στίχους;
Όχι βέβαια. Αλλά όταν καλούν κάποιους για να εμφανιστούν σε μία εκπομπή ή να δώσουν μία συνέντευξη και λένε συνέχεια “όχι”, δεν δίνουν το δικαίωμα να προβάλλουν οι άλλοι τους ίδιους και τους ίδιους, δηλαδή αυτούς που λένε πάντα “ναι”;
Και τι να γίνει; Να συνυπάρχει σε μία εκπομπή ο Λευτέρης με την Βανδή; Δεν γίνεται! Αυτό που γίνεται είναι ότι τα τηλεοπτικά κανάλια προβάλλουν ό,τι πιο χυδαίο υπάρχει στο ελληνικό τραγούδι. Ευτυχώς που είναι και η ΝΕΤ.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - Κάποιος, Κάπου, Κάποτε: Λευτέρης Χαψιάδης

Η μετάβασή σας στα Κοίλα του Έβρου είναι ένα είδος απομόνωσης για προσωπική λύτρωση και δημιουργία ή είναι ένα είδος αυτοεξορίας-“αυτοτιμωρίας”;

Τα Κοίλα δεν έφυγαν ποτέ από τη σκέψη μου. Ήταν το χωριό που μεγάλωσα. Ήμουν έντεκα χρονών όταν φύγαμε από τα Κοίλα για την Αλεξανδρούπολη. Το 1978, το χωριό σταμάτησε να έχει κατοίκους. Οι χάρτες έγραφαν “Κάτοικοι: Μηδέν”. Εγώ πάντα στο βάθος του μυαλού μου είχα ότι κάποια στιγμή θα γυρίσω στα Κοίλα, ακόμα και τις μέρες της δόξας στην Αθήνα, με τα τραγούδια και τα σουξέ. Αφορμή για να πάω στα Κοίλα ήταν ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έχασα και τη μάνα μου και την αδελφή μου. Και η αδελφή μου, η Ελένη, είχε την ίδια αγάπη για το χωριό. Και μου ζήτησε να την πάω στο νεκροταφείο των Κοίλων. Πιο μπροστά, όμως, είχαμε κάνει ένα μπαξέ. Το γεγονός ότι ήταν πια η αδελφή μου εκεί κι εγώ αγαπούσα τα Κοίλα, μ' έκανε να ξεκινήσω σιγά-σιγά με τον μπαξέ, μου άρεσε και είπα “εδώ θα περάσω τα επόμενά μου χρόνια”. Να μη με λυπούνται που ζω στα Κοίλα. Να με ζηλεύουν θέλω! Ζω σ' ένα χωριό που είμαστε δύο κάτοικοι. Εγώ κι ένας κωφάλαλος. Και μάλιστα είμαστε τσακωμένοι και δεν μιλάμε ούτε τη γλώσσα του νοήματος! (γέλια) Για μένα τα Κοίλα είναι ο επίγειος παράδεισός μου. Να μην με λυπούνται. Να με ζηλεύουν.
Μήπως η διαμονή σ' ένα τέτοιο μέρος αυξάνει το αίσθημα της μοναξιάς, ιδιαίτερα όταν χάνει κανείς αγαπημένα του πρόσωπα;
Όχι. Γιατί πηγαίνω στο νεκροταφείο, πάω στο μπαξέ... Έχω έναν μπαξέ καταπληκτικό, με ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές, κολοκυθάκια, και έχω 50 τριανταφυλλιές που μυρίζουν και οι 50! Εγώ δε νιώθω μοναξιά. Δεν μου φτάνουν οι ώρες για να ασχολούμαι με τον μπαξέ μου. Το χειμώνα η μοναξιά μετριάζεται με το Internet και το Facebook. Επικοινωνώ με όλο τον κόσμο. Είναι πολύ συγκινητικό να ξυπνάω το πρωί και να βλέπω στον υπολογιστή μηνύματα στα ποντιακά. Αισθάνομαι έναν βομβαρδισμό αγάπης απ' όλο τον πλανήτη! Έχω φίλους στην Αυστραλία, την Αμερική, τη Σουηδία, τη Γερμανία, παντού. Και ειδικά από το ποντιακό στοιχείο. Έχω χιλιάδες προτάσεις για να με φιλοξενήσουν και ήδη άρχισαν να έρχονται κι εδώ! Μ' επισκέφτηκε ένα ζευγάρι από το Βερολίνο και προχθές είχα μία συγκινητική συνάντηση. Δύο ερωτευμένα παιδιά από το Βόλο, ο Σωκράτης και η Βάσια, γίνανε φίλοι μου τη βραδιά που η ΕΤ3 έδειξε στην εκπομπή “Αληθινά Σενάρια” ένα αφιέρωμα σε μένα. Εκείνη τη νύχτα δέχθηκα 300 αιτήματα φιλίας απ' όλο τον πλανήτη! Μ' αυτά τα παιδιά αρχίσαμε να συνομιλούμε και καημός τους ήτανε να έρθουνε να με δούνε στο μέρος που ζω. Και κάνανε 600 χιλιόμετρα με το λεωφορείο και ήρθανε στα Κοίλα και περάσαμε μία υπέροχη μέρα γιατί ο Σωκράτης έπαιζε και λύρα και κάναμε ένα ποντιακό γλέντι οι τρεις μας.
Η Αθήνα σάς λείπει καθόλου;
Καθόλου! Εγώ έζησα μία έντονη ζωή στην Αθήνα. Το πρωί ήμουνα με τον Καζαντζίδη και πίναμε καφέ, το μεσημέρι ήμουνα με τον Νταλάρα και τρώγαμε στο σπίτι του, το απόγευμα ήμουνα με τον Νικολόπουλο και γράφαμε τραγούδια και το βράδυ βγαίναμε με τον Αγγελόπουλο και διασκεδάζαμε. Χόρτασα. Κι εκείνη η εποχή δεν έχει καμία σχέση με σήμερα. Και το επαναλαμβάνω: εγώ δεν αισθάνομαι απομονωμένος. Θεωρώ ότι βρήκα τον επίγειο παράδεισό μου. Εγώ είμαι ευτυχισμένος στα Κοίλα. Δεν είμαι εξόριστος. Επιλογή μου ήτανε. Δεν θέλω να με λυπούνται. Θέλω να με ζηλεύουν!

Κωνσταντίνος Παυλικιάνης

H κεντρική φωτογραφία είναι του Θεοδόση Βαφειάδη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://theovaf.blogspot.gr. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Λευτέρη Χαψιάδη κατόπιν αδείας του ιδίου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου